

Ρακοπόταμος

Ζήτα μου την φωτιά
Ζήτα μου τον ρόλο μου να παίξω στην μάχη
Εύπλαστη δια των επενεργειών
Αλικόμορφη μνήμη μιας αιώνιας πάλης
Ελεύθερη... ιδέα
Δεν τολμώ να σου απαριθμήσω το σκοτάδι
Στο όνειρο σημαίες αλλόκοτες
Στην ζωή άνεμος που τις κινεί
Ήθελα μόνο στ’ άγγιγμά σου
Να παγώσει ο χρόνος
Να ζεσταθεί το κορμί
Χάραξε απότομα
Ούτε να δω πρόλαβα
Την αγάπη να ωριμάζει
Πίνω τις μυρωδιές των δέντρων
Κλείνω τα μάτια ενώπιον ηλίου
Ψυχή πάλλεται

Φίλοι που με πετάξατε
Άγνωστοι φίλοι δεν θα μ’ έχετε
Ζωή
Αχ, ζωή που με ταίριαξες
για ν’ανεβαίνω όλο και πιο ψηλά
Να κατεβαίνω
πιο χαμηλά.
Κι οι δρόμοι που γυρνώ
αντιγραφές από βιβλίο πολυδιαβασμένο.
Και η μορφή σου η σκοτεινή
το φως απλώνει σ’ όλη τη γη
Και τα δάχτυλά σου που κρατώ
παιδιά μου θυμίζουν που παίζουν σκυφτά.
Κι όλοι οι άνθρωποι
Αχ, πώς κοιτούν
Και τι κοιτούν;
Αχ, άδεια η ζωή μου
Και καθώς προχωρώ
Τρύπα θα γίνει
Σε λίγο θα πέφτει
όλη η λύπη
Όλη η λύπη θα πέσει μέσα.
Μα εγώ πού είμαι;
Γεννιέμαι απ’την λύπη
Γεννιέμαι απ’τα χάδια
Ζητάω κρεβάτια
που τρέχει και τρέχει
που αφήνει και βρίσκει
που βρίσκει και διώχνει
που διώχνει να ‘ναι μόνη
γιατί εκεί την περιμένουν οι φωνές
εκεί είναι οι φίλοι οι χαμένοι
στης μοναξιάς το δύσκολο φιλί
στης ερημιάς τους φωτεινούς
Και σαν γριές άφοβες πια να νικηθούν
Και σαν τσιγάρα που καίγονται
Σαν τις θυσίες που πρέπει να προσφέρεις για ζωή
Και σα ζωή που καρτερεί για μόνο δώρο το χαμό.
Αχ, ζωή.
Ζωή.
Που κρέμεσαι απ’ τα λόγια μας
κι όχι απ’τις ματιές μας
Που ψάχνεις κάπου να κρυφτείς
όχι στις αγκαλιές μας
Μα σαν η μνήμη μου ξυπνά
ζωή φωνάζει
ξαγρυπνά
Αχ, σε θυμάμαι
Αχ, ζωή.
Όπως οι αναμνήσεις κίτρινα
Όπως οι σκυθρωποί, θαμμένοι άνθρωποι
Μωβ οι κουρτίνες μου
Σαν τις ελπίδες μου
Σαν τα μακρινά δάση που καρτετώ να μπω
Και ν’αφήσω ελεύθερη ψυχή
Κόκκινο πλήθος προχωρά
Κοιτάνε όλοι μακριά
Φωνάζουν, γελάνε κι αναστατώνουν
Τους ήσυχους πόθους μας
Αυτοί τους μαρτυράνε
Μια σκάλα που θ’ανέβαινε στον ουρανό
Για να κοιτάξω λίγο τ’αγγελούδια
Για να μου δώσουν ροζ φιλιά
Ροζ σαν τα χέρια σου
Τα παιδικά σου χέρια
Μπλε μνήμη σαν τη θάλασσα
Αναπολεί αγγίγματα ξένων
Που για λίγες νύχτες
Στοίχειωσαν τ’ όνειρο.
Και τα χρόνια περνούν
Α, περνούν.
Και μείς πού είμαστε;
Ποιοί είμαστε;
Και τα μαύρα νυχτοπούλια
Καρτερούν την ώρα κι αγωνιούν
Για να σου πάρουν την ψυχή
Μαύρα
Σαν την νύχτα μαύρα
Κι όλ’ αυτά που τα πονώ
Άσπρες φτερούγες σαν φορώ
Πετάω στα σύννεφα ψηλά
Και βλέπω το αίμα που τρέχει ρυάκι
Να μην ξεφύγει κανένα χεράκι
Από κακία και καλοσύνη
Από αγάπη μα κι απ’το μίσος
Και ένα βράδυ σαν όλα τ’ άλλα
Στον ουρανό θα δω σημάδια
Να σε προσέχει όλη η γη
Και όλο το σκοτάδι
Κι όταν βγω
Χωρίς κορμί για να πονώ
Θα παραμείνω εκεί
Εκεί που θα με βλέπεις
Και θα σφυρίξω στα σκυλιά
Ζεστά να σε κρατάνε ζωντανό.
Και την ζωή παρακαλώ
Να δώσει λίγο ακόμα φως
Κι απ’ τη χαρά δεν καρτερώ
Παρά την αγκαλιά της
Λευκό κρασί θα πιω
Για να μεθύσω και να πω
Τραγούδια να χορέψω
Ποιήματα να αισθανθώ
Με μια φωνή
Γλυκιά φωνή
Και μια καρδιά
Μόνη καρδιά
Το θεό μου θα ρωτήσω
Όπως ρωτάει ο μπέμπης τη μαμά
Όπως ρωτάει ο εραστής
Αχ, μ’αγαπάς;
Σταυρό θα κάνω
Θα προσευχηθώ
Για έν’ αστέρι να λάμπει φωτεινό
Και να μου γνέφεις σαν τρελός
Τα χέρια να δίνεις να κρατώ
Μα θέε μου, όλος αυτός ο αέρας
Κρυώνω
Κρυώνει η ανθρωπότης
Το φάντασμά σου μ’ έχει αγκαλιά
Και με κρατάει σφιχτά, καλά
Για πάντα μες στην αγκαλιά
Και η ψυχή γαλήνια
Πώς βουτά...
Ακρίδες
Ζαχαρωτά με πρόσωπο
Διάφανες υποσχέσεις
Κλείνω κλειδιά στη χούφτα της απάτης
Ανοίγω για λίγο
Κι ύστερα πάλι
Αλήθεια, αλήθεια, αλήθεια
Χαρά, χαρά, ευτυχία
Η παράνοια της λογικής
Της τρέλας μου σωσίβιο.
Βαθιά κρυμμένα στην ψυχή
Το τίποτα, η ανυπαρξία
Ο πόνος το βουνό
Το βουνό της συμφοράς
Αδέσποτα σκυλιά δαγκώνουν την αλήθεια
Κι όλη η αλήθεια είναι ο φόβος
Είναι η ντροπή.
Προσεύχομαι στον θεό
Είναι πάντα εδώ
Μου κρατάει σφιχτά το μυαλό να μην σπάσει
Να μην γίνει χίλια κομμάτια
Σιχαίνομαι, σε σιχαίνομαι
Θέλω να φύγω
Ν’απομακρυνθώ από το τέλος σου
Που θα ‘ναι μόνο η αρχή.
Φρικιαστική αρχή.
Ποιότητα ζωής.
Ποιας ζωής;
Ποιας γαμημένης, ποδοπατημένης ζωής;
Ζωή δεν είμαι.
Ζωή δεν νιώθω.
Όλα αβέβαια.
Να συγκρατώ συνέχεια λουλούδια κι οπτασίες
Ν’ αντέχω τους πόνους
Τους πόνους.
Τους ανελέητους ψυχικούς πόνους
Ποιας ψυχής;
Πόθων ασήμαντα σπαθιά
Παίζω, πετάω δίχως φτερά
Αγκάλιασέ με, σφίξε με ζεστά
Και πες μου ένα παραμύθι να ξεχάσω,
Ν’αποκοιμήσω τους χτύπους τους αληθινούς.