Καμιά φορά ονειρεύομαιπως είμαι δέντρο...
μόνον επειδή δεν ανησυχώ
που αυτό που ίθισται να μου προκαλεί χαρά
μου προκαλεί πόνο.
Και μόνον ως ιδέα
κάτι που αναζητώ
ένα ένστικτο που με κινεί
με φέρνει ως το μονοπάτι του
και με κάνει να κλαίω.
μα ίσως και να κλαίω από χαρά
πώς να γνωρίζω…
μα όχι
συνήθως νιώθω άδεια.
κενή.
κι είσαι τόσο κοντά όταν εγώ νιώθω έτσι
με κάνει να κλαίω.
μα ίσως επειδή εγώ είμαι κρυμμένη
ίσως γιατί λιώνουν οι πάγοι της ψυχής μου
με την κοντινή σου φλόγα
ίσως γι’ αυτό να κλαίω.
Με συγχωρείτε, έχετε κάνει στη σιωπή;Με ρωτούσε, με ρωτούσε
Ήθελε να μάθει΄ ασφυκτιούσε.
Τι σε κρατάει εδώ; Σ’ αυτόν τον πανικό;
Τι σε κρατάει και δε σ ‘αφήνει
να ζήσεις σωστά, όπως θες.
Οι χυδαιότητες και οι βιαιοπραγίες
είναι πόλεμος κρυφός.
Όταν όμως κάποιοι δεν καταλαβαίνουν από λόγια
και εικόνες δεν τους ταράζουν την ψυχή τη συνειδητή,
τότε πόλεμος αρχινά αληθινός!
Γιατί πρέπει να υπερασπίσεις
Να υπερασπιστείς
τη λειτουργικότητα, την αρμονία
της φύσης, του διαστήματος κενού.
Πρέπει να σηκωθείς και να πάρεις το όπλο
μα όχι για να σκοτώσεις
μα ν’ αναχαιτίσεις, να προλάβεις να δείξεις,
Να δεις, να ερμηνέψεις.
Σήκω΄ πια ο καιρός είναι βουβός
Μίλα.
Κι άπλωσε τις ενέργειές σου
Τις ακτινοβολίες να ενωθούν
με τις αυτές τις ίδιες.
Τόσο γλυκά, τόσο πικρά
που πέρασαν οι αιώνες
Πώς αφήνουμε αυτό το φρικτό
να μας κυβερνά, να μας παίρνει.
Σαν ένωση μοναδική
Τρεφόμαστε μόνο με τ’ αποκαΐδια
Δε θρέφουμε την ψυχή και το κορμί.
Πολύ εύκολα ξεχνάει ο άνθρωπος
και τι έχει να επειδείξει τώρα
κι έπειτα από τι;
Πώς συκοφαντούν την αλήθεια;
Πώς την εγώτητά τους αναδεικνύουν.
Πόσο γλυκά μου γελά το στόμα
Στόμα
Τρυφερά
Κι αμίλητα σιωπηλά και βουβά
Και παράτολμα
Κι ανοιχτά
Σα δαμάσκηνα.
Αλλάζει η φορά κι εξήγησέ το.
Την κάθε πράξη και κατάσταση πες.
Βάλε σειρά και αξία στις επιθυμίες.
Μην ονειρεύεσαι ανίδεη
Έχε στο νου σου το νου σου...
Και την καρδιά εκεί
Και μίλησέ μου γιατί και γω την πνοή
έχω αρνηθεί και ζητώ
ξανά.
Απ’ την πολύ αρχή.
Είναι η μυρωδιά σου τριγύρω μου.
Κι όμως ο πόλεμος δεν βγάζει πουθενά.
Μόνο σε καινούργια δεδομένα
κι αλλαγή της νοοτροπίας.
Κι αυτό που θέλει ν’ αλλαχτεί
είναι ο εγωισμός
και η παραποίηση και παρανόηση.
Μέσα σ’ όλα αυτά τα κλαδιά
εσύ ψάχνεις τα σκοτεινά
για να μη βλέπεις και καθαρά το συμβαίνον
μα τα παιδιά σου το βλέπουν
Αναρωτιούνται ποια ηλίθια πάλι βλέψη
ποιου τους καθήλωσε.
Πλάι στην ανθρώπινη ράτσα πορεύεται ένα άλλο είδος όντων, οι απάνθρωποι, η φυλή των καλλιτεχνών που κεντημένοι από άγνωστες παρορμήσεις παίρνουν τα χέρια τους την άψυχη μάζα της ανθρωπότητας και τη μεταμορφώνουν με τον πυρετό και τη θέρμη που της εμφυσούν, κάνουν τη μαγιά ψωμί, το ψωμί κρασί, το κρασί τραγούδι, ένα τραγούδι διαφορετικό, καταλυτικό, μεταδοτικό, γεννημένο από το νεκρό προζύμι και την αδρανή βρώμικη ύλη. Ράτσα αλλόκοτη, ράτσα περίεργη, επίμονη, που λεηλατεί το σύμπαν, αναποδογυρίζει τα πάντα, κινείται αδιάκοπα μέσα σε αίματα και δάκρυα, με τα χέρια πάντα αδειανά, αρπαχτικά, έτοιμα την κάθε στιγμή ν' αδράξουν και να γαντζώσουν σφιχτά το υπερπέραν, το θεό που βρίσκεται πέρα από κει που μπορούν να φτάσουν. Σφάζοντας και καταστρέφοντας, μόνο και μόνο για να γαληνέψουν το τέρας που τους μασουλίζει χωρίς έλεος τα σπλάχνα τους. Όμως, κάθε φορά που τους βλέπω να ξεριζώνουν τα μαλλιά τους προσπαθώντας να καταλάβουν, να αιχμαλωτίσουν το άπιαστο και το ακατανόητο, κάθε φορά που τους ακούω να μουγκρίζουν σαν ξετρελαμένα ζώα και να ξεκοιλιάζονται με τα ίδια τους τα κέρατα, με τα ίδια τους νύχια, καταλαβαίνω πως κάνουν καλά και πως αυτός είναι ο σωστός, ο μόνος δρόμος που μπορεί κανείς ν' ακολουθήσει. Κάθε άνθρωπος που ανήκει σ' αυτή την ιδιαίτερη ράτσα είναι υποχρεωμένος να διαλέξει τις ακραίες θέσεις, ν' ανέβει στις πιο ψηλές και δύσβατες κορφές,τραυλίζοντας ασυνάρτητα λόγια και σπέρνοντας γύρω τα σπλάχνα του.Αυτό δεν είναι μόνο σωστό αλλά και αναγκαίο, γιατί πρέπει να γίνει. Όσα δεν περιλαμβάνονται σ' αυτό το τρομαχτικό θέαμα, όσα είναι λιγότερο ανατριχιαστικά, λιγότερο βάρβαρα, λιγότερο τρελά, λιγότερο παραληρηματικά, λιγότερο μεταδοτικά, δεν έχουν βέβαια καμιά σχέση με την τέχνη. Είναι κίβδηλα, απάνθρωπα, ταυτισμένα με τη ζωή κι ωστόσο άψυχα.
Όταν, ας πούμε, σκεφτώ τον Σταυρόγκιν, αυτόματα έρχεται στο μυαλό μου η εικόνα ενός ιερού τέρατος, που σκαρφαλωμένο στην πιο ψηλή κορφή του κόσμου τολμά και μας δείχνει τα ξεσκισμένα του σπλάχνα. Στους "Δαιμονισμένους" η γη δονείται όχι από την καταστροφή που συντρίβει τους φανταστικούς ήρωες, αλλά από κάποιο άλλο κατακλυσμό, που τα κύματά του πνίγουν για πάντα ένα μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας. Ο Σταυρόγκιν δεν είναι παρά ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι, κι αυτός πάλι αποτελεί τη συνισταμένη όλων εκείνων των αντινομιών που είτε παραλύουν το άτομο είτε το οδηγούν στα ύψη, και σαν τέτοιος δε διστάζει να κατεβεί σ' όλα τα βάθη και ν' ανεβεί σ' όλα τα ύψη, διατρέχοντας ατρόμητος όλη την κλίμακα που οδηγεί από την άβυσσο στ' αστέρια. Είναι κρίμα που δε θα ξαναβρεθεί ποτέ πια ένας παρόμοιος άνθρωπος που, έχοντας αγγίξει την αληθινή καρδιά του μυστηρίου, θα μπορέσει να φωτίσει με τη λάμψη του για χάρη μας το βάθος και την απεραντοσύνη του σκοταδιού. Σήμερα δεν αμφιβάλλω πια για τίποτα, ξέρω τα πάντα, ξέρω ποιος είμαι, από πού προέρχομαι, τι κάνω, πού πηγαίνω. Δε μου χρειάζεται να συμβουλευτώ το ωροσκόπιό μου ή το γενεαλογικό μου χάρτη, και δεν ξέρω τι είναι γραμμένο στ' αστέρια ή μες στο αίμα μου. Γνωρίζω όμως καλά ότι έχω αναδυθεί μέσ' απ' τα μυθολογικά θεμέλια της ράτσας μου. Ο άνθρωπος που φέρνει την ιερή φιάλη στα χείλη του, ο εγκληματίας που γονατίζει στην αγορά, ο αθώος που ξαφνικά ανακαλύπτει πως όλα τα πτώματα βρωμάνε, ο τρελός που χορεύει κρατώντας στα χέρια του κεραυνούς, ο μοναχός που ανασηκώνει το ράσο του και κατουράει τον κόσμο, ο φανατικός που λεηλατεί τις βιβλιοθήκες προσπαθώντας ν' ανακαλύψει τον κόσμο - όλοι τους βρίσκονται συμπυκνωμένοι μέσα μου, δημιουργοί, υπεύθυνοι της σύγχυσης και της έκστασής μου. Αν λέω πως είμαι απάνθρωπος - και είμαι - αυτό συμβαίνει γιατί ο κόσμος μου έχει κατρακυλήσει πέρα απ' τα ανθρώπινα όρια, γιατί το να είναι κανείς ανθρωπιστής μου φαίνεται πολύ φτωχό κι αξιολύπητο, μια κατάσταση περιορισμένη από τις αισθήσεις, δέσμια ηθών και κωδίκων, καθορισμένη από πλαδαρότητες και διάφορους "ισμούς". Πίνω το χυμό των σταφυλιών και βρίσκω μέσα του τη σοφία που αναζητώ, όμως η δική μου σοφία δεν προέρχεται από κανένα παρόμοιο χυμό, η δική μου σοφία δεν έχει καμία σχέση με το κρασί.
Θά 'θελα να μπορούσα να τριγυρίσω σε κείνα τα πανύψηλα, αιχμηρά βουνά, όπου οι άνθρωποι πεθαίνουν από δίψα και κρύο, να γνωρίσω την "εξωχρονική ιστορία", τον απόλυτο χώρο και χρόνο, όπου δεν υπάρχουν μήτε ανθρώπινα όντα, μήτε ζώα, μήτε βλάστηση, κι όπου μπορεί κανείς να τρελαθεί απ' τη μοναξιά. Να βρεθώ εκεί όπου οι άναρθρες κραυγές έχουν αντικαταστήσει την ομιλία κι όλα είναι αδέσμευτα, απεριόριστα, ελευθερωμένα από τη συνάρτησή τους με το χρόνο. Λαχταρώ έναν κόσμο όπου οι άντρες κι οι γυναίκες, θα 'ναι σιωπηλοί σαν τα δέντρα (γιατί, αλίμονο, στον κόσμο μας μιλούμε τόσο πολύ, που το πράγμα έχει καταντήσει αφόρητο). Έναν κόσμο όπου οι ποταμοί - ανώνυμοι, άγνωστοι, ελεύθεροι από κάθε μυθολογία - θα σε κουβαλούν από μέρος σε μέρος και θα σε φέρνουν σ' επαφή μ' άλλους ανθρώπους και θα σε βοηθούν να γνωρίσεις την αρχιτεκτονική, τη θρησκεία, τα φυτά και τα ζώα διάφορων τόπων. Ποθώ μεγάλους κι αδάμαστους ποταμούς, χωρίς βάρκες και πλοία, ποταμούς που μέσα τους θα πνίγονται τα ανθρώπινα όντα, βουλιάζοντας όχι πια στο μύθο, την παράδοση, τα βιβλία και την σκόνη του παρελθόντος, αλλά στο χρόνο, στο διάστημα και στην ιστορία. Ποταμούς τεράστιους, δημιουργούς απέραντων ωκεανών, όμοιων με τον Δάντη και τον Σαίξπηρ, ποταμούς που δε θα κινδυνεύουν να ξεραθούν μες στο κενό του παρελθόντος. Ωκεανούς, ναι! Ας βρούμε, στην ανάγκη ας εφεύρουμε νέους ωκεανούς, παρθένους, άγνωστους, που θα μας ξεπλύνουν απ' το παρελθόν, ωκεανούς, που θα δημιουργήσουν νέες γεωλογικές κατατάξεις και νέους γεωλογικούς ηπείρους. Ωκεανούς που θα καταστρέφουν και συνάμα θα συντηρούν, ωκεανούς που θα μπορείς να ξανοιχτείς σ' αναζήτηση νέων ανακαλύψεων και νέων οριζόντων. Εμπρός! Μάς χρειάζονται κι άλλοι ωκεανοί, κι άλλες αναστατώσεις κι άλλοι πόλεμοι κι άλλα ολοκαυτώματα. Περισσότερα, ολοένα περισσότερα. Μας χρειάζεται ένας κόσμος κατοικημένος από άντρες και γυναίκες που θα κουβαλούν ανάμεσα στα σκέλια τους ένα μοτέρ, μας χρειάζεται ένας κόσμος κυριευμένος από φυσική μανία, πάθος, δράμα, δράση, όνειρα, τρέλα. Ένας κόσμος δημιουργός εκστατικών στιγμών, όχι παραγωγός πορδών. Πιστεύω πως σήμερα, πιότερο από ποτέ, είμαστε υποχρεωμένοι να σκαλίζουμε τα βιβλία, ακόμα κι αν στο καθένα απ' αυτά δεν υπάρχει παρά μονάχα μιά αξιόλογη σελίδα, γιατί οφείλουμε να ψάχνουμε ακατάπαυστα για να βρούμε το κάθε κομμάτι, το κάθε ξεσκαλίδι, το κάθε θραύσμα που θα μπορούσε να περικλείει μέσα του λίγο μέταλλο, το καθετί που θα μπορούσε να βοηθήσει στην ανάσταση των ψυχών και των σωμάτων.
Μπορεί βέβαια να είμαστε όλοι καταδικασμένοι, μπορεί να μην υπάρχει ελπίδα σωτηρίας για κανένα μας, αλλά ακόμα κι αν αυτό αληθεύει, δεν είναι σωστό να παραδοθούμε και να υποκύψουμε στη μοίρα μας χωρίς μάχη.
Ας αλαλάξουμε λοιπόν μ' ένα τελευταίο ουρλιαχτό υπέρτατης οδύνης, ας μπήξουμε την ύστερη πολεμική κραυγή, αυτή την αποτρόποια κραυγή που παγώνει το αίμα και ξεσκίζει τη σάρκα. Έτσι η πτώση μας θα γίνει μεγαλόπρεπη κι ο θάνατός μας θα πάρει μια μορφή περήφανης διαμαρτυρίας. Γιατί όχι; Φτάνουν πια οι θρήνοι, φτάνουν οι κοπετοί και οι ποιητικές ελεγείες, οι βιογραφίες και τα ιστορικά βιβλία, οι βιβλιοθήκες και τα μουσεία. Στο διάβολο! Αφήστε τους νεκρούς να καταβροχθίσουν τους νεκρούς, κι εμείς, όλοι εμείς οι ζωντανοί, ας ξεχυθούμε μ' έναν τελευταίο χορό στα χείλια του κρατήρα, ας χορέψουμε γύρω απ' αυτόν τον τελευταίο μας χορό, το χορό της στερνής αγωνίας μας. Τι χορός!
Το μονοπάτι στο δάσος.Τα ακίνητα δέντρα για συμπαράσταση.
Η φωνή σου.
Η ενέργεια για τη διαδρομή.
Τώρα σακάτεψα και τις πληγές σου.
Για ένα όνειρο.
Τις κραυγές σου εισέπνευσα.
Θέλω να μπω στην άβυσσο
μαζί σου με χαρά
να τραγουδάνε οι Μούσες στα βουνά.
Ξέρουμε πού μπορεί να βρούμε γιατρειά.
Στον εσωτερικό ρυθμό.
Καλώ εσάς.
Κάθε μέρα το τραγούδι σας να αντηχεί
κάθε νύχτα το παραμύθι να μας κρατάει αληθινούς.